Διαβήτης

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) είναι μια χρόνια νόσος που χαρακτηρίζεται από α) προοδευτική μείωση της εκκριτικής ικανότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος για ινσουλίνη, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει και σε απόλυτη ένδεια αυτής, και β) ποικίλου βαθμού αντίσταση στην ινσουλίνη. Οι δύο αυτοί παράγοντες οδηγούν σε υπεργλυκαιμία και σε διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των πρωτεϊνών και των λιπιδίων.

ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Σύμφωνα με την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία (αναθεώρηση 2015), η διάγνωση του ΣΔτ2 τίθεται όταν υπάρχει τουλάχιστον ένα από τα εξής 4 κριτήρια:

  • Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (Α1C) > 6,5% ή
  • Σάκχαρο νηστείας ≥126 mg/dl (7,0 mmol/l) ή
  • Σάκχαρο 2 ώρες κατόπιν φόρτισης με 75 g γλυκόζης (καμπύλη γλυκόζης) ≥ 200 mg/dl ή
  • Τυχαίο εύρημα γλυκόζης ≥ 200 mg/dl σε άτομα με συμπτώματα υπεργλυκαιμίας

Να επισημάνουμε ότι πέρα από τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 υπάρχει και μια ομάδα ατόμων που δεν πληροί τα κριτήρια της νόσου, ωστόσο παρουσιάζει κάποιου βαθμού διαταραχή στο μεταβολισμό της γλυκόζης. Αυτή η κατάσταση, o λεγόμενος προδιαβήτης, που προηγείται της εμφάνισης διαβήτη, διακρίνεται σε διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας (impaired fasting glucose, IFG) και διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης (impaired glucose tolerance, IGT).

ΕΠΙΠΟΛΑΣΜΟΣ

Το 2014, 9% του παγκόσμιου πληθυσμού ηλικίας άνω των 18 ετών είχε σακχαρώδη διαβήτη, δηλαδή σχεδόν 1 στους 10 ενήλικες, ενώ λόγω της ραγδαίας αύξησης της παιδικής παχυσαρκίας παρατηρούνται ολοένα και περισσότερα περιστατικά ΣΔτ2 σε παιδιά και εφήβους.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Η νόσος είναι πολυπαραγοντική. Βέβαια, τα περισσότερα άτομα που διαγιγνώσκονται με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν οικογενειακή προδιάθεση, γεγονός που υποδηλώνει το σημαντικό ρόλο των γονιδίων στην εμφάνισή του. Πέρα από την κληρονομικότητα, η παχυσαρκία, η σωματική αδράνεια καθώς και παράγοντες όπως το κάπνισμα και το στρες έχουν ενοχοποιηθεί για αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔτ2.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Ο θεράπων ιατρός καθορίζει το είδος της θεραπευτικής προσέγγισης. Συνήθως απαιτείται συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής (δισκία ή/και ινσουλίνη), έναρξη άσκησης και σωστή διατροφή.

Ο ρόλος της διατροφής είναι καίριος. Μια μικρή απώλεια βάρους της τάξεως του 5-10% είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2. Μπορεί να βελτιώσει την αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, να μειώσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, να βελτιώσει τα λιπίδια και να μειώσει την αρτηριακή πίεση. Ο αριθμός των γευμάτων εξαρτάται από τη συνταγογραφούμενη φαρμακευτική αγωγή και κυμαίνεται από 4 έως 6. Προτείνεται σταθεροποίηση των γευμάτων και αποφυγή τσιμπολογήματος. Η κατανομή των υδατανθράκων στα γεύματα, σε συνδυασμό με επιλογή βραδυφλεγών υδατανθράκων είναι πολύ ωφέλιμη (οι υδατάνθρακες είναι το μακροθρεπτικό συστατικό με άμεση επίδραση στα επίπεδα του σακχάρου). Άπαχη πρωτεΐνη και καλά λιπαρά πρέπει να συμπληρώνουν το ημερήσιο διαιτολόγιο. Τέλος, η εξασφάλιση της ημερήσιας ανάγκης σε διαιτητικές ίνες και αντιοξειδωτικά είναι απαραίτητη.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το πιάτο μας πρέπει να δομείται ως ακολούθως:

Δείτε στον παρακάτω πίνακα τις διαιτητικές πηγές υδατανθράκων, πρωτεϊνών και λιπαρών και πώς επηρεάζουν το σάκχαρο.